Γκντανσκ–Βαρσοβία: το ταξίδι χωρίς εισιτήριο

gdanskglowny

Το πρωί της αναχώρησης από το Γκντανσκ ξεκίνησε σχεδόν… υπερβολικά χαλαρά. Είχα πάρει τον χρόνο μου, είχα ετοιμαστεί χωρίς βιασύνη και, επειδή έχω και μια μικρή δόση τελειομανίας —εντάξει, ίσως όχι και τόσο μικρή— είχα τριπλοτσεκάρει ότι δεν είχα ξεχάσει τίποτα. Είχα βάλει το GPS, κοιτούσα την ώρα και ήμουν πεπεισμένος ότι είχα άνεση.

Τόση άνεση, μάλιστα, ώστε στον δρόμο για τον σταθμό Gdańsk Główny πέρασα από ένα πάρκο και σταμάτησα να βγάλω μερικές φωτογραφίες. Και κάπου εκεί θυμήθηκα ότι μου έλειπε μία ακόμη φωτογραφία για τα βίντεό μου: ένα μεγάλο «Solidarność» που φαινόταν ψηλά, στο βάθος, πάνω σε ένα κτίριο. Σταμάτησα λοιπόν ξανά, έβγαλα και μερικές φωτογραφίες με ζουμ και συνέχισα τον δρόμο μου.

Όλα καλά. Είχα χρόνο.

Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.

Φτάνοντας στον σταθμό, κατέβηκα στον χώρο κάτω από τις γραμμές, εκεί όπου βρίσκονται οι σκάλες για τις αποβάθρες, και άρχισα να κοιτάζω τους πίνακες. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα: όλα ήταν στα πολωνικά και δεν καταλάβαινα σχεδόν τίποτα.

Πήγα να βγάλω το εισιτήριο για τη Βαρσοβία από το αυτόματο μηχάνημα. Μόνο που το μηχάνημα αποφάσισε να κινηθεί με τους δικούς του ρυθμούς. Άργησε να ανταποκριθεί, εγώ περίμενα, ξαναπερίμενα και, την ίδια στιγμή, άρχισα να κοιτάζω την ώρα.

Το τρένο έφευγε στις 9:55.

Η ώρα πλησίαζε επικίνδυνα.

Τα εκδοτήρια με υπαλλήλους δεν τα έβρισκα πουθενά, τα αυτόματα μηχανήματα καθυστερούσαν και οι οθόνες δεν μου έδιναν ιδιαίτερα ξεκάθαρες πληροφορίες. Άρχισα λοιπόν να ανεβαίνω στην πρώτη αποβάθρα που βρήκα, προσπαθώντας να καταλάβω από τους πίνακες αν βρισκόμουν στο σωστό σημείο.

Δεν έβγαζα άκρη.

Ρώτησα έναν-δύο ανθρώπους αν αυτή ήταν η σωστή πλατφόρμα, αλλά είτε δεν καταλάβαιναν τι τους έλεγα είτε δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν. Από ό,τι κατάλαβα, δεν ήταν η σωστή.

Ξανακατέβηκα.

Η ώρα είχε πάει ήδη δέκα.

Το τρένο μου υποτίθεται ότι είχε φύγει πριν από πέντε λεπτά.

Μόνο που δεν είχα δει κανένα τρένο να φεύγει.

«Μήπως έχει καθυστέρηση;»

Αυτό ήταν το μόνο που μπορούσα να ελπίζω.

Ξαναανέβηκα, κοίταξα την απέναντι αποβάθρα και είδα αρκετό κόσμο συγκεντρωμένο σε ένα σημείο. Πιο πίσω υπήρχε ένα τρένο σταθμευμένο. Δεν ήμουν καθόλου σίγουρος αν ήταν το δικό μου, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα καλύτερη ιδέα.

Άρχισα να τρέχω προς τα εκεί.

Ήταν περίπου 10:05 όταν ανέβηκα στην αποβάθρα. Ρώτησα γρήγορα μερικούς ανθρώπους:

«Warsaw?»

«Yes.»

«Intercity?»

«Yes.»

Εκεί ήρθε η πρώτη μεγάλη ανακούφιση. Ήταν πράγματι το Intercity για τη Βαρσοβία.

Και είχε καθυστέρηση περίπου δεκαπέντε λεπτά.

Το είχα προλάβει.

Υπήρχε όμως ένα μικρό θέμα.

Δεν είχα εισιτήριο.

Σκέφτηκα να κατέβω γρήγορα και να βγάλω ένα, αλλά εκείνη τη στιγμή έβλεπα το τρένο να ετοιμάζεται να φύγει. Δεν υπήρχε χρόνος. Έβγαλα βιαστικά δύο βίντεο για να έχω τουλάχιστον κάτι από τον σταθμό και αποφάσισα ότι θα έμπαινα μέσα και θα έβλεπα τι θα γίνει.

Ρώτησα ακόμα και το AI τι συμβαίνει αν μπεις στο Intercity χωρίς εισιτήριο. Η απάντηση δεν ήταν ακριβώς αυτό που ήθελα να ακούσω: υπάρχουν έλεγχοι και μπορεί να υπάρξει πρόστιμο.

Ωραία.

Δεν μπορούσα όμως να κάνω κάτι άλλο. Το τρένο έφευγε.

Μπήκα.

Ξαναρώτησα μέσα σε ποιον μπορούσα να ρωτήσω αν ήταν το τρένο για Βαρσοβία, πήρα άλλη μία επιβεβαίωση, βρήκα την πρώτη ελεύθερη θέση και κάθισα.

Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να βάλω το κινητό να φορτίζει. Το δεύτερο ήταν να προσπαθήσω να βγάλω online εισιτήριο.

Δεν τα κατάφερα.

Για τα πρώτα δεκαπέντε-είκοσι λεπτά ήμουν σε κατάσταση επιφυλακής. Κάθε τόσο κοιτούσα γύρω μου και σκεφτόμουν ότι κάποια στιγμή θα εμφανιστεί ο ελεγκτής.

Και φυσικά, επειδή είχα ήδη παρατηρήσει ότι υπήρχαν ελεγκτές στο τρένο, ήξερα ότι δεν μπορούσα να τον αποφύγω για πάντα.

Κάποια στιγμή βαρέθηκα να περιμένω και ξαναρώτησα το AI τι να κάνω. Η συμβουλή ήταν απλή: όταν έρθει ο ελεγκτής, να είμαι ειλικρινής, να μην προσπαθήσω να κρυφτώ ή να κάνω ότι δεν υπάρχει πρόβλημα. Να του εξηγήσω ακριβώς τι συνέβη και, αν μπορούσα, να του δείξω ότι είχα προσπαθήσει να βγάλω εισιτήριο.

Το πρόβλημα ήταν ότι, σύμφωνα με την πολιτική του Intercity, δεν μπορούσα απλώς να περιμένω να ανέβω στο τρένο και να αγοράσω κανονικά εισιτήριο από τον ελεγκτή.

Οπότε περίμενα.

Και περίμενα.

Και προσπαθούσα να απολαύσω τη διαδρομή όσο μπορούσα.

Επειδή, φυσικά, δεν είχα ταξιδέψει στην Πολωνία για να κοιτάζω μόνο τα καθίσματα του τρένου, κάποια στιγμή σηκώθηκα για να τραβήξω βίντεο. Η θέση μου δεν ήταν κοντά στο παράθυρο, οπότε πήγα στο κενό ανάμεσα στα βαγόνια, κόλλησα σχεδόν το κινητό στο παράθυρο και άρχισα να τραβάω τοπία.

Εκεί τουλάχιστον δεν ενοχλούσα κανέναν.

Ή έτσι νόμιζα.

Μετά από περίπου δέκα λεπτά, καθώς τραβούσα βίντεο, είδα στο βάθος έναν ελεγκτή.

Ερχόταν προς το μέρος μου.

Έλεγχε ολόκληρο το βαγόνι.

Και ήταν προφανές ότι αργά ή γρήγορα θα έφτανε και σε εμένα.

Στο σημείο όπου βρισκόμουν υπήρχε και ένας ακόμη επιβάτης. Για λίγα δευτερόλεπτα σκεφτόμουν τι να κάνω. Να του μιλήσω αμέσως; Να περιμένω να με ρωτήσει; Να του εξηγήσω από πριν την κατάσταση;

Τελικά αποφάσισα να κάνω ότι συνεχίζω να τραβάω βίντεο.

Ο ελεγκτής πλησίασε.

Πέρασε σχεδόν από δίπλα μου και για μια στιγμή νόμιζα ότι θα με προσπεράσει.

Μετά γύρισε πίσω.

«Ticket?»

Πριν προλάβει να πει κάτι άλλο, του είπα:

«Hi. I have a problem.»

Και άρχισα να του εξηγώ.

Του είπα για τα μηχανήματα, για το ότι δεν έβρισκα εκδοτήριο, για το ότι όλα ήταν στα πολωνικά, για το ότι δεν μπορούσα να καταλάβω από τις οθόνες ποια ήταν η σωστή αποβάθρα και ότι, τελικά, όταν κατάλαβα ποιο ήταν το τρένο, δεν προλάβαινα πλέον να αγοράσω εισιτήριο.

Είχα φρικάρει.

Ο ελεγκτής με άκουσε και μου είπε απλά:

«OK. You will buy a ticket.»

«Yes, of course!»

Ειλικρινά, μάλλον ήμουν αρκετά πειστικός. Δεν ξέρω αν κατάλαβε ότι δεν υπήρχε καμία πρόθεση να αποφύγω το εισιτήριο ή αν απλώς είδε έναν τουρίστα που είχε μπλέξει με έναν πολωνικό σταθμό, αλλά δεν φάνηκε να θεωρεί ότι προσπαθούσα να τον κοροϊδέψω.

Μου έβγαλε το εισιτήριο.

Και μάλιστα μου το χρέωσε περίπου 30 ευρώ, ενώ θυμάμαι ότι η κανονική τιμή ήταν γύρω στα 40. Δεν κατάλαβα ποτέ ακριβώς γιατί βγήκε φθηνότερο — ίσως επειδή είχε ήδη προχωρήσει η διαδρομή ή για κάποιον άλλο λόγο — αλλά εκείνη τη στιγμή δεν είχα καμία διάθεση να το ψάξω.

Ήμουν απλώς ανακουφισμένος.

Επιτέλους είχα εισιτήριο.

Μπορούσα να χαλαρώσω.

Τρόπος του λέγειν, βέβαια.

Γιατί συνέχισα να σηκώνομαι κάθε τόσο για να τραβάω βίντεο και οι διπλανές μου πρέπει να είχαν αρχίσει να αναρωτιούνται αν είχα αγοράσει θέση ή αν είχα αγοράσει ολόκληρο το βαγόνι.

Κάποια στιγμή πήγα και στο μπροστινό βαγόνι, όπου υπήρχε ένα μικρό café-bar, για να δω πώς ήταν το τρένο και από εκεί τράβηξα μερικά ακόμη πλάνα.

Έχασα στην πορεία κάποια ωραία πλάνα με γέφυρες, ποτάμια και τοπία που περνούσαν έξω από το παράθυρο, αλλά δεν πειράζει.

Πήγαινα στη Βαρσοβία.

Το πρόγραμμα δεν είχε στραβώσει ιδιαίτερα.

Είχα ταλαιπωρηθεί, είχα αγχωθεί, είχα ανέβει σε τρένο χωρίς εισιτήριο, είχα περιμένει τον ελεγκτή σαν να περίμενα την ανακοίνωση μιας δικαστικής απόφασης και, τελικά, όλα είχαν λυθεί πολύ πιο απλά απ’ όσο φοβόμουν.

Και κάπως έτσι, μαζί με τα πλάνα της Πολωνίας, είχα προσθέσει στη φαρέτρα μου και άλλη μία ιστορία.

Το ταξίδι προς τη Βαρσοβία συνεχιζόταν.

Και αυτή τη φορά, τουλάχιστον, είχα και εισιτήριο.

Leave a Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Scroll to Top