Η μέρα είχε ξεκινήσει πολύ καλά. Είχα πάει για μια ιστορική ξενάγηση στα ναυπηγεία του Γκντανσκ, είχα μάθει την ιστορία της περιοχής, είχα δει τα σημαντικά σημεία και όλα κυλούσαν όπως τα είχα προγραμματίσει.
Η ξενάγηση τελείωσε περίπου στις δυόμιση. Πήρα τον χρόνο μου να βγάλω μερικές φωτογραφίες και βίντεο και, καθώς ετοιμαζόμουν να φύγω, συνειδητοποιώ κάτι:
Είχα αφήσει έξω το Westerplatte.
Το Westerplatte ήταν ένα από τα σημαντικά σημεία που ήθελα να δω στο Γκντανσκ και δεν ήθελα να φύγω από την πόλη χωρίς να έχω κάνει έστω μια σύντομη επίσκεψη.
Το πρόβλημα ήταν ότι στις τέσσερις είχα προγραμματίσει κρουαζιέρα.
Τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Είχα την εντύπωση ότι η κρουαζιέρα ξεκινούσε από το κέντρο του Γκντανσκ, κάπου κοντά στη Green Gate, οπότε στο μυαλό μου υπήρχε αρκετός χρόνος.
Κοιτάω το Uber από τα ναυπηγεία προς το Westerplatte.
Περίπου 15–17 λεπτά.
«Βγαίνει.»
Ήταν περίπου τρεις παρά. Αν φώναζα τώρα Uber, θα ερχόταν σε λίγα λεπτά, άλλα 17 λεπτά η διαδρομή, θα έφτανα εκεί, θα έβγαζα πέντε βίντεο, μερικές φωτογραφίες και θα επέστρεφα.
Θεωρητικά, όλα έβγαιναν.
Φωνάζω το Uber.
Έρχεται στην ώρα του, μπαίνω μέσα και μετά από περίπου 17 λεπτά με αφήνει στο Westerplatte.
Μόνο που είχα ξεχάσει κάτι πολύ βασικό.
Το Uber δεν με άφησε πάνω στο μνημείο.
Χρειαζόταν περίπου 15–20 λεπτά περπάτημα για να φτάσω μέχρι εκεί.
Δεν το είχα υπολογίσει καθόλου.
Βλέπω την απόσταση στο GPS. Προχωράω.
Προχωράω λίγο πιο γρήγορα.
Μετά ακόμα πιο γρήγορα.
Και μετά αρχίζω να επιταχύνω πραγματικά, γιατί έβλεπα την ώρα να περνάει και το Westerplatte να μη λέει να πλησιάσει.
Κάποια στιγμή άρχισα να τρέχω.
Βέβαια, ακόμα και τότε, σταμάτησα σε ένα-δύο σημεία για να βγάλω μερικές φωτογραφίες και βίντεο. Είχα πάει μέχρι εκεί για να έχω τουλάχιστον μια πλήρη κάλυψη.
Τελικά, μετά από περίπου είκοσι λεπτά, φτάνω στο μνημείο.
Κοιτάω την ώρα.
Δεν με έπαιρνε να κάτσω.
Ξέρω ότι θέλω τουλάχιστον 15–20 λεπτά για να επιστρέψω και ότι το Uber θα χρειαστεί επίσης χρόνο για να βρει οδηγό και να έρθει.
Οπότε, πριν καν αρχίσω να τραβάω, καλώ Uber για την επιστροφή.
Κάθομαι εκεί περίπου δέκα λεπτά. Βγάζω φωτογραφίες, γρήγορα βίντεο και, μάλιστα, προλαβαίνω να κάνω και μια μικρή αφήγηση.
Δέκα με δεκαπέντε λεπτά συνολικά.
Δεν υπήρχε χρόνος για τουρισμό. Ήταν αποστολή.
Μόλις τελειώνω, αρχίζω πάλι να τρέχω.
Είχα βάλει GPS για να με οδηγήσει πίσω στο σημείο όπου θα με έπαιρνε το Uber. Και τότε εμφανίζεται το επόμενο πρόβλημα.
Το GPS του Uber είχε ένα παλιότερο σημείο παραλαβής, επειδή είχε αλλάξει η πρόσβαση στον δρόμο και ένα κομμάτι είχε κλείσει για αυτοκίνητα.
Καθώς εγώ έτρεχα προς το σημείο όπου με είχε αφήσει ο προηγούμενος οδηγός, κοιτάω την εφαρμογή και βλέπω κάτι παράξενο:
Η απόσταση από το σημείο παραλαβής δεν μικραίνει. Μεγαλώνει.
«Τι γίνεται τώρα;»
Σταματάω.
Κοιτάω καλύτερα.
Το σημείο παραλαβής που μου έδειχνε το Uber ήταν στην πραγματικότητα πίσω μου.
Και το χειρότερο; Δεν μπορούσε καν να πάει αυτοκίνητο μέχρι εκεί.
Προσπαθώ να αλλάξω την τοποθεσία μέσα από την εφαρμογή.
Δεν αλλάζει.
Ξαναπροσπαθώ.
Κολλάει.
Ο χρόνος περνάει.
Τελικά στέλνω μήνυμα στον οδηγό:
«Δεν μπορώ να πάω στο σημείο που δείχνει η εφαρμογή. Δεν υπάρχει πρόσβαση για αυτοκίνητο. Είμαι στο σημείο όπου με άφησε ο προηγούμενος οδηγός.»
Μου απαντάει:
«OK.»
Εντάξει.
Ανακούφιση.
Έρχεται και με παίρνει.
Τώρα λέω: «Ωραία. Τελείωσε αυτό. Πάμε στην κρουαζιέρα.»
Του είχα βάλει ως προορισμό την αρχή της Royal Route, κοντά στη Golden Gate, γιατί ήθελα να κάνω και μια ηχογράφηση εκεί.
Μόνο που, καθώς είμαστε καθ’ οδόν, αποφασίζω να ελέγξω ξανά πού ακριβώς βρίσκεται η κρουαζιέρα.
Και τότε έρχεται η μεγάλη αποκάλυψη.
Η κρουαζιέρα δεν ήταν εκεί που νόμιζα.
Δεν ήταν κοντά στη Green Gate, στο τέλος της Royal Route.
Ήταν πολύ κοντά στο σημείο από όπου είχα ξεκινήσει όλη αυτή τη διαδρομή.
Κοντά στα ναυπηγεία.
Κοιτάω την απόσταση.
Περίπου δύο χιλιόμετρα.
Εκεί φρικάρω.
«Σε παρακαλώ, πήγαινέ με εκεί. Θα πληρώσω τη διαφορά.»
Ο άνθρωπος προσπαθεί να με βοηθήσει. Μου λέει να αλλάξω τον προορισμό μέσα από το Uber.
Πάω να το κάνω.
Η εφαρμογή κολλάει.
Πάλι.
Προσπαθεί να με βοηθήσει και από το δικό του κινητό και τελικά μου λέει:
«OK, θα σε πάω εκεί.»
Η διαφορά ήταν μικρή, περίπου 3–4 ευρώ.
Μικρό το κακό.
Το πρόβλημα ήταν ότι στον δρόμο συναντήσαμε κίνηση.
Κοιτάω την ώρα.
Οριακά.
Ευτυχώς ο οδηγός ήταν πολύ ψύχραιμος. Σε κάποια στιγμή με βγάζει από ένα στενό για να αποφύγουμε μέρος της κίνησης.
«Πήγαινε όσο πιο γρήγορα μπορείς», του λέω, «αλλά φυσικά νόμιμα και με ασφάλεια. Δεν θέλω να μπλέξεις κι εσύ εξαιτίας μου.»
Κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί.
Και τελικά φτάνουμε.
4:29.
Ένα λεπτό πριν από την κρουαζιέρα.
Κατεβαίνω από το Uber και αρχίζω να ψάχνω.
«Πού είναι, γαμώτο, η κρουαζιέρα;»
Το GPS μου έδειχνε περίπου πού έπρεπε να πάω, αλλά δεν μπορούσα να βρω την προβλήτα. Είχε μπερδευτεί και αυτό.
Τρέχω λίγο ακόμα.
Κοιτάω δεξιά.
Κοιτάω αριστερά.
Και τελικά τη βρίσκω.
Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.
Το σκαφάκι μόλις είχε φύγει.
Και η πόρτα που οδηγούσε στην προβλήτα ήταν ήδη κλειδωμένη.
Φτάνω μέχρι την άκρη της πόρτας και βλέπω το σκάφος να απομακρύνεται.
Δεν είχα και πολλές επιλογές.
Αρχίζω να τους φωνάζω.
Κουνάω τα χέρια μου.
«Hey! Hey!»
Με βλέπουν.
Και μου φωνάζουν:
«OK, man!»
Γυρίζουν πίσω και τελικά με παίρνουν.
Και εκεί, για πρώτη φορά μετά από όλο αυτό το κυνηγητό, βγάζω μια τεράστια ανάσα ανακούφισης.
Τα κατάφερα.
Δεν το πίστευα, αλλά τα κατάφερα.
Είχα κάνει το πρόγραμμά μου.
Είχα κάνει την ιστορική ξενάγηση στα ναυπηγεία.
Είχα πάει στο Westerplatte.
Είχα βγάλει τα βίντεό μου.
Είχα κάνει τις αφηγήσεις μου.
Είχα προλάβει την κρουαζιέρα.
Και τώρα μπορούσα επιτέλους να κάτσω και να απολαύσω λίγο το Γκντανσκ χωρίς να κοιτάω κάθε τριάντα δευτερόλεπτα την ώρα.
Και το καλύτερο;
Είχα μαζί μου και τρία υπέροχα παν-πρέτσελ που είχα πάρει από ένα μαγαζί και ήταν πραγματικά τρομερά.
Πεινούσα σαν λύκος.
Οπότε τώρα μπορούσα επιτέλους να κάνω το αυτονόητο:
να μπω στην κρουαζιέρα, να κάτσω ήσυχος και να φάω και τα τρία.

